Κούλα Αδαλόγλου

Αντιγράφω το βιογραφικό από την τελευταία συλλογή της :

Επιλέγω ποιήματα από τις δύο τελευταίες συλλογές που με έχουν απασχολήσει και σε επίπεδο λογοτεχνικής κριτικής (η Μαθητεία στην αναμονή με απασχολεί ακόμη, καθώς η ανάγνωσή μου έμεινε μισοτελειωμένη). Το τέλος του στίχου, όταν αυτός δε χωρά στη σελίδα, δηλώνεται με το σύμβολο //.

Μαθητεία στην αναμονή (2001)

Αφήγηση πρώτη

Ποιήματα Ιβ, ΙΙα και ΙΙβ

                               Ιβ
Τότε είδα να περνάει η πομπή.
Στην αρχή πολύχρωμη.
Τρεις μπάντες όργανα και οι προεξάρχοντες.
Ύστερα κάτι κουρελήδες
να σέρνονται στα γόνατα μ’ ένα σταυρό στην πλάτη.
Γέμισε ο τόπος μυρωδιά ιδρώτα κι ο δρόμος σκούρα ίχνη.

Όταν ξαφνικά
είδα παράμερα το δάσκαλο,
λίγο σκυφτός κι αδυνατισμένος μου φάνηκε.
Πατούσε ελαφρά πάνω στα φύλλα
και κάτι έψαξε να πάρει απ’ τη μεγάλη τσάντα.
Και μεμιάς σκόρπισαν τριγύρω φθόγγοι.
Άλλοι βαριοί πάτησαν στη γη
κι άλλοι αναρριχητικοί πετάξανε κλαδιά και ψήλωσαν.
Ξέκρινα τότε σκουριασμένο το κ λ ε ι δ ί στην τσάντα.
Έδωσα μια, πιάστηκα από τ’ αναρριχώμενα φωνήματα
κι εκείνα μ’ απίθωσαν καταγής.
Πάμε, του είπα. Καιρός να ξεκλειδώσεις το σχολείο.
Με κοίταξε στοχαστικά και, ναι
είναι καιρός, χαμογέλασε.
Γρήγορα, πριν πάρουνε χαμπάρι πως τους ξέφυγα, είπα. Να βιαστούμε

                               ΙΙα
Κι ήταν τότε που ήρθαν τα παιδιά.
Πολλά παιδιά, όλο ζωή και υγεία.
Έπαιζαν με τους φθόγγους κι εκείνοι, υπομονετικοί,
έγιναν έλκηθρα,
έγιναν μπάλες, μπαλόνια, αερόστατα.
Μαζεύτηκε το πλήθος και κοιτούσε,
κάπου κάπου ένας φθόγγος καθότανε πάνω στον ώμο,
στο χέρι ή στο κεφάλι τους,
τον κοίταζαν αυτοί προσεχτικά
και κ α τ α λ ά β α ι ν α ν.
Οι προεξάρχοντες ενοχλημένοι διέλυσαν την πομπή.

Ήταν η στιγμή
που η παλιά κλειδαριά
δέχτηκε μέσα της και πάλι το κλειδί
κι απάντησε στο γύρισμα του
με το χαρμόσυνο τρίξιμο
της δικαιωμένης προσμονής.

                              ΙΙβ
Μπήκαμε στη μεγάλη αυλή.

Ο ήλιος χάιδευε ένα καλό χορτάρι.
Χαλάσματα γύρω.
Πόση δουλειά,
να στήσουμε τις αίθουσες
να πλύνουμε το χρόνο
να εξευμενίσουμε την αυστηρή βιβλιοθήκη.
Κι όπως ήρθανε αμέσως τα παιδιά
Δεν είχαμε πού να τα βάλουμε.
Κάθισαν κάτω κι ήτανε χαρούμενα.


Αφήγηση δεύτερη

Ποιήματα Ιβ, Ιγ, Ιδ, ΙΙα, ΙΙβ

                                Ιβ
Β
ρέθηκα

σε μιαν άκρη εξαιρετική,
αιχμή
που από τη μια κοιτάει το Ρουμλούκι
κι από την άλλη κατρακυλά
νησιά
Σμύρνη
Ισπάρτα Αττάλεια Μπουρντούρι ή Πολύδωρο.
Στον κάμπο καταχνιά. Καταχνιά κι εκεί
που κάτι βουνά λίγα και στεγνά σκιάζουνε ανθρώπους
με σκαμμένο πρόσωπο
σκαμμένη η θάλασσα
φεύγουνε τα καράβια

κύματα κύματα η φωνή μου
και πού θα φτάσει
ένα βινύλιο η ψυχή μου
τρέμω μην σπάσει.

                                Ιγ
Φθόγγοι ιωνικοί αιολικοί δωρικοί

φθαρμένοι τσακισμένοι τουρκόφωνοι
φυλαγμένοι στο πιο κρυφό μπογαλάκι της ψυχής
φορτωμένοι σε καΐκια
κατατρεγμένοι
σκορπισμένοι σε νησιά
ριζωμένοι σ’ έναν κάμπο
Φθόγγοι ασαφείς, αβέβαιοι, ασταθείς.
Αιχμηροί, να αγκυλώνουν τη γλώσσα και τα χείλη.
Δασιοί, ουρανικοί,
να υφαίνουν την ανθεκτική θλίψη.
Ημίφωνοι, υγροί, στρογγυλεμένοι,
να αρθρώνουν την αγάπη της ελπίδας.

Φεύγουνε τα καράβια,
οι άνθρωποι φωτογραφίες
σε συρτάρια σε αρχεία εφημερίδων.

Γερνάει ο κάμπος.
Κουράστηκε της γης η φλούδα το νερό ζαλίστηκε.
Γερνάει ο κάμπος σπάζει σε κομμάτια κινούμενη λάσπη.

                                Ιδ
Εκεί πέρασε κάποτε ο καπετάν Νικηφόρος,
άλλοτε προελαύνοντας
και άλλοτε λεβέντικα πεζός.
Έμεινε κάμποσο καιρό μαζί τους.
Έμαθαν να κοιτάζουνε τον ήλιο
να φυτεύουνε όνειρα
να σπουδάζουν οράματα.
Κάποια στιγμή αναλήφθηκε περίεργα,
είπανε μερικοί τον πήρε ο Αρχάγγελος.
Περνούσαν χρόνοι άγονοι.
Οι άνθρωποι σάστισαν,
γιατί είδανε το άσπρο μαύρο
κι ό,τι γνώριζαν για καλό να γίνεται όνειδος.
Έτσι, μια μέρα
συνάχτηκαν και κάναν δέηση.
Γύρισε, Νικηφόρε, φώναζαν,
και ύψωναν χέρια σκοτεινά.

                                 ΙΙα
Την ορισμένη νύχτα

ένιωσα φως και ζέστα ξαφνική.
Είχε έρθει.
Αινείτε αυτόν με τη χλωρασιά του κισσού
αινείτε αυτόν με πανηγύρι ζουμπουλιών
αινείτε αυτόν με έκρηξη πασχαλιάς
αινείτε αυτόν
φθόγγοι ιωνικοί αιολικοί δωρικοί

                                 ΙΙβ
Είχε έρθει.
Σκιές στους τοίχους γιγάντιες.
Έφερνε μαζί του Έλληνες κατατρεγμένους.
Τούρκους άθλιους,
πρόσφυγες πολλούς —
Αρμένιους, Κούρδους, Αλβανούς και Βόσνιους
Σέρβους και Κοσοβάρους.
Η φωνή του γέμισε το χώρο.
Άρπαξα τον τοίχο, γδάρθηκα.
«Τι γίνεται, καπετάνιο;
Μ’ εγκαθιστάς στην κόψη της ζωής και του θανάτου.
Θέλω το βλέμμα σου, δεν έχουν μάτια οι σκιές.»
Γέλασε ζεστά, «δεν είσαι εσύ γι’ αυτή τη μάζωξη.
Θα βρεις το βλέμμα μου στα μάτια του ποιητή.
Ανασκάλεψε την αγάπη.»
Πώς να ανασκαλέψω την αγάπη;
Εσώστρεψα τα μάτια μου ως την ψυχή,
ενώ κυμαινόμουν από την ηδονή
ως την οδύνη.

 

 

Διπλή Άρθρωση (2010)

Ι. Η Παράσταση
Τραγούδι για μια γυναίκα σε τέσσερις εκδοχές

Εκδοχή τρίτη: ΑΝΝΑ

Μυρίζει γιορτινή βροχή
Και να ‘μαι στη διαδήλωση. Με φέραν τα παιδιά.
Ποιος να μου το ‘λεγε, ύστερα από τόσα χρόνια.
Ήρθανε μια βδομάδα στο χωριό. Χαλάρωσα.
Ζεστάθηκε η ψυχή μου. Πονάω στη σκέψη πως θα φύγουν.
Θέλει μεγάλη προσοχή. Μην ξεθαρρεύω. Μακριά μου θα ‘ναι.
Δένω το χρόνο που μοιράζομαι μαζί τους,
και στη διαδήλωση. Σάμπως άμαθη είμαι;

Μου φέρνει φούντωση αυτός ο αέρας.
Φοράω σταυρωτά τα φυσεκλίκια. Μαλλιά σπαστά.
Στα χόρτα με πλαγιάζει ο αντάρτης.
Φεύγουμε στα βουνά, σ’ άλλα βουνά. Μακριά. Ένα μπουλούκι.
Άλλοι σκορπίζουν άλλοι πεθαίνουν. Εμείς μαζί. Κι η αγάπη.
Φτάνουμε εκεί ψηλά. Δουλεύουμε. Κάτι τσιμπάει την καρδιά.
Το λένε νοσταλγία; αμφιβολία; τσίμπημα φαρμάκι.
Μας δίνουνε την άδεια και γυρίζουμε.
Όμως σιωπή. Μας
αποφεύγουν οι συχωριανοί.
Καλημερίζω και χαμογελώ. Για τα παλιά κουβέντα.
Έτσι ανοίγουνε σιγά σιγά οι πόρτες τους.
Οι αναμνήσεις μου, σαν τις φωτογραφίες, τυλίγονται με μια πετσέτα στο ντουλάπι.// Ύστερα, τι τα θες; Όλα μπερδεύτηκαν.
Που αφήσαμε τόσες κοπέλες τόσα παλικάρια
μάτια ανοιχτά κοκαλωμένα σώματα μέσα στα χιόνια στα βουνά ή σε τόπους ξένους // άξιζε τάχατες;
Σαν βγήκανε τα αγροτικά στους δρόμους, λούφαξα.
Κάτι σαν κούραση, όχι πάλι απ την αρχή.
Ίσως αν ζούσε ο πατέρας σας, είπα στα παιδιά.

Τι κόσμος! Πλήθη. Φωνές, τραγούδια, μουσικές, συνθήματα.
Τα ‘χω χαμένα. Ξέμαθα.
Τι γίνονται οι κοτούλες μου; Οι πάπιες;
Γιατί στριγκλίζουν οι σειρήνες;
Γιατί δεν προχωρούν κανονικά; Τι τρέχουν;
Γιατί είσ’ απέναντι μου; Δίπλα μου έπρεπε.
Ουρλιάζω. Που τη βρήκα εγώ τόση φωνή;

Με λένε Άννα.
Απ’ το χωριό μου στη Ρωσία και πάλι στο χωριό.
Ασπρισαν τα μαλλιά μου.
Ξέρω καλά να συλλαβίζω λέξεις:
θά-να-τος, χιό-νι, ξε-νι-τιά,
πρό-σφυ-γας, κα-τα-πά-τη-ση, σα-κά-τε-μα.
Ακούστε με,
τα αδερφομοίρια φέρνουν συφορές.
Κοιτάξτε πώς φυσάει ο άνεμος, δρολάπι.
Ανακατεύεται η γη.

Δεν έχει σύνορα
Δεν έχει χρόνο.

Καλώς τες.
Πού μου λείψατε
κοντά εξήντα χρόνια;
Πώς άξαφνα εδώ;
Από ποιο δρόμο;
Ξαστοχάω πια τα ονόματα σας.
Ο άμπλας, όμως,
πώς να το ξεχάσεις,
αίμα ανάβλυζε πηχτό.

Καλώς τες,
ασπροντυμένες,
νιες, όπως τότε
απαράλλαχτες.
Πάνω στην ώρα.
Τραυματίες, καπνοί, κουρτίνα από αίμα.
Όχι άλλοι οροί, όχι μπαλσαμωμένο γέλιο.

Συννεφόκαμα.
Πώς φαίνεστε έτσι, σαν καπνός;
Λιώνω.
Που φεύγετε, σαν τον αέρα;
Μυρίζει γιορτινή βροχή.
Κρατήστε με παιδιά.
Περίεργα που φτερουγίζει η καρδιά μου.
Περίεργα που αλαφραίνω…
Νωρίς χτυπάει απόψε ο εσπερινός..

Advertisements
This entry was posted in Κούλα Αδαλόγλου. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s